Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω στην αυλή. Δεν ανοίγω το φως και δεν κλειδώνω την πόρτα. Η αυλή απλώνεται ανάμεσα στον κήπο και στο σπίτι και κάτω από τον κήπο διακρίνω την πόλη να στριμώχνεται για να ξαπλώσει πλάι της η θάλασσα του Αιγαίου που αγκαλιάζει το νησί.
Προχωρώ και φτάνω στη μεταλλική καγκελόπορτα. Στα πόδια της κρέμονται τα 83 πλατιά σκαλιά με τις βαμμένες άσπρες άκρες τους. Αρχίζω να τα κατεβαίνω στην αρχή ένα ένα, ύστερα τρέχω, κοιτάω το φεγγάρι και η βαρύτητα σχεδόν εξαφανίζεται. 5, 9, 13 και δεν ξεχνάω να πατήσω το μικρό τυχερό σκαλί στ’ αριστερά μου, 18, 23, 28 και τα σκαλιά κυλάνε κάτω από τα πόδια μου σα ποτάμι από ελατήρια που με εκσφενδονίζουν παρακάτω. 33, 38, 44 και μια μυρωδιά από γιασεμί μου τρυπάει τη μύτη και με κάνει ακόμα πιο ελαφριά. 50, 57, 65, 73 και δέκα πριν το τέλος, μπροστά μου υψώνεται ένας τοίχος με στενά πράσινα παράθυρα.
Με ένα και μόνο βήμα έχω φτάσει στον τοίχο σε απόσταση αναπνοής και ίσα που προλαβαίνω να στρέψω το σώμα μου αριστερά και να αφεθώ στη μεγάλη κατηφόρα που πάνω της αράζουν πάντα τα ίδια αυτοκίνητα, συνηθισμένα να αντιστέκονται στη μεγάλη κλίση της.
Σε λίγο με την άκρη του ματιού μου διακρίνω το παλιό δημοτικό με τα ξύλινα πατώματα και τις μεγάλες γαλάζιες πόρτες αλλά αρνούμαι να στρέψω το βλέμμα μου προς τα εκεί, μήπως και στέκεται ακόμα στο προαύλιο εκείνο το παιδάκι με το παγωμένο βλέμμα που σφίγγει το χέρι της γιαγιάς του και δε θέλει να περάσει την πανύψηλη γαλάζια πόρτα. Και όσο πλησιάζω στο τέλος της κατηφόρας, με τα ίδια πάντα ανάλαφρα βήματα, πάντα στα αριστερά μου, περνά και το γυμνάσιο με τους προβολείς του αναμμένους και στραμμένους στο προαύλιο όπου μια παρέα καταληψιών μαθητών παίζει νυχτερινό βόλεϊ.
Απότομα η βαρύτητα επιστρέφει στο σώμα μου και τα πόδια μου κολλάνε στο έδαφος. Ένα αυτοκίνητο περνά ξυστά από μπροστά μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα και μαζεύοντας όλη μου τη δύναμη προσπαθώ να κουνηθώ. Μπροστά μου υπάρχει ένας κήπος με ψηλά δέντρα και πολλά ξύλινα πληγωμένα παγκάκια που ζουν πάνω τους άνθρωποι με γνωστές φυσιογνωμίες. Σχεδόν σέρνονται τα πόδια μου όταν διασχίζω τον κήπο υπό το κελάηδισμα μιας κουκουβάγιας που τη διακρίνεις ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα, μόνο από τα μάτια της που γυαλίζουν στο φως των φαναριών.
Σε λίγο φτάνω στον προορισμό μου. Το καταλαβαίνω γιατί στο βάθος ακούγεται το βουητό από τα αυτοκίνητα που τρέχουν στο δρόμο της παραλιακής και με δυνατή μουσική προσπαθούν να προκαλέσουν τους ανταγωνιστές τους σε διαμάχη, τις βάρκες και τα ψαράδικα καΐκια που αράζουν στο χείλος του δρόμου, για την ανάδειξη του κυρίαρχου της περιοχής του λιμανιού.
Έχει πια αρχίσει να ξημερώνει και ιδρωμένη φτάνω επιτέλους στο σημείο να αντικρίσω τη θάλασσα στην ακμή του δρόμου. Ένα ζευγάρι συνταξιούχων έχει ήδη ξεκινήσει για το πρωινό του joking και κατευθύνεται προς την οδό ¨Χοληστερίνης¨. Κάθομαι στο χείλος του λιμανιού, μπροστά μου η θάλασσα, απέναντι και πίσω μου βουνό και ο ήλιος που βγαίνει σαρώνει όλες τις νυχτερινές σκιές της πόλης.
Tuesday, November 28, 2006
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
No comments:
Post a Comment